Μεταλλεία

Ο μικρός έχει ξαπλώσει πάνω στις δροσερές πέτρες στη σκιά της σπηλιάς που δεν είναι ακριβώς σπηλιά, ένας σκαμμένος κόκκινος βράχος στην άκρη της παραλίας. Σκαμμένος από τη θάλασσα ή από τους εργάτες των μεταλλείων εκατό χρόνια πριν. «Σήκω!» λέει η Ελένη. «Να πάμε στο μπαμπά…» «Δεν πάω πουθενά». «Έλα σε παρακαλώ». Θα είχε χάσει την υπομονή της αν στεκόταν στον ήλιο: ξερός μεσημεριανός ήλιος που κοπανιέται κάτασπρος πάνω στις στρογγυλές πέτρες της παραλίας. Αλλά στέκεται στη σκιά της σπηλιάς. Δίπλα στο γιό της, που δεν λέει να σηκωθεί. «Μαμά; Τι είναι εδώ; Το νησί του Ροβινσώνα;» ρωτάει ο μικρός μισοκλείνοντας τα μάτια. Η Ελένη θα γελούσε αλλά δεν γελάει […]